ΜΕΤΟΙΚΟΣ
Γυρίζω,
σε ένα ερημωμένο τόπο
Λησμονημένος ψάχνω τα ίχνη μου στην άμμο
Μια γερή καταιγίδα ο χρόνος όλα τα σκεπάζει,
σαν περάσει τίποτα δεν είναι όπως πριν
Καιροί ζυγώνουν ξένε μου
Καιροί μακραίνουν,
εποχές σαν άνεμοι ξεντύνουν θύμησες
Ποιος να μιλήσει τώρα
για κάθε μετανάστη να ιστορήσει
κάποιοι ψίθυροι που υπήρχαν χάθηκαν κι αυτοί
Ξεκίνησα από ένα τόπο όπου ζύμωναν ψωμί
κι ὁ φούρνος μύριζε,
τα ρούχα πλένονταν στο πλυσταριό
Με συνόδευε μια συμβουλή της μάνας
πως η λύπη ίσως έρθει όχι στα χειρότερα
αλλά όταν η καλοτυχία τάζει μια καλύτερη ζωή.
Είναι η πατρίδα μου άραγε;
Το βήμα χάνω,
προχωρώντας μεθυσμένος από την ταραχή
Η πόλη έχει αλλάξει
δεν γνωρίζω κανένα.
Τι γυρεύω σ’ αυτόν τον απόμακρο σταθμό;
Δεν απέμεινε κανείς στην πέτρινη καρδιά αυτής της πολιτείας
Μιας πολιτείας με τα άσπρα τα άδεια σπίτια που περπάτησα
Χάρτινος και σκοτεινός ο δρόμος
περιμένει τη βροχή να σβήσει την οργή του
©Αντώνης Περδικάρης-Ποίηση







